Η σχέση ανθρώπου και γάτας μετρά χιλιετίες, όμως η θέση της μέσα στο σπίτι και στην καθημερινότητα άλλαξε σημαντικά μέσα στον χρόνο. Στις νεότερες αγροτικές και αστικές κοινωνίες, όπου η παρουσία τρωκτικών γύρω από αποθηκευμένα τρόφιμα αποτελούσε καθημερινό πρόβλημα, η γάτα είχε συχνά και έναν πολύ πρακτικό ρόλο ως κυνηγός. Η συνεχής παρουσία της κοντά στους ανθρώπους την έκανε παράλληλα ένα από τα ζώα που εμφανίζονται συχνά στις παροιμίες, στις λαϊκές αφηγήσεις και στις δοξασίες.
Η παρουσία της στην ελληνική λαογραφία είναι πολύ πιο πλούσια απ’ όσο ίσως φανταζόμαστε. Άλλοτε παρουσιάζεται ως έξυπνη και ανεξάρτητη, άλλοτε ως επίμονη κυνηγός, άλλοτε πρωταγωνιστεί σε μικρές λαϊκές ιστορίες και άλλοτε το όνομά της χρησιμοποιείται για να περιγράψει ανθρώπινους χαρακτήρες και συμπεριφορές.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχουν και οι δοξασίες. Κάποιες έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, άλλες έχουν σχεδόν ξεχαστεί. Δεν μας λένε βέβαια τίποτα για το τι πραγματικά είναι μια γάτα. Μας λένε όμως πολλά για τον τρόπο με τον οποίο την έβλεπαν οι άνθρωποι μιας άλλης εποχής.
Μια γάτα μέσα στο ελληνικό σπίτι
Σε παλαιότερες αγροτικές και αστικές κοινωνίες, πριν από τις σύγχρονες μεθόδους προστασίας των τροφίμων και ελέγχου των τρωκτικών, η παρουσία μιας γάτας γύρω από ένα σπίτι μπορούσε να έχει σημαντική πρακτική αξία. Τα αποθηκευμένα δημητριακά και άλλα τρόφιμα προσέλκυαν ποντίκια και η γάτα ήταν ένας εξαιρετικά ικανός κυνηγός.
Αυτός ο ρόλος αποτυπώθηκε και στη λαϊκή γλώσσα. Σε καταγραφή από την Πάτρα του 1910 συναντάμε την παροιμία «Καλή είναι η παράκλησι, αλλά πάρτε και μια γάτα». Πίσω από το χιούμορ της κρύβεται μια αρκετά γήινη αντίληψη. Η πίστη μπορεί να έχει τη θέση της, αλλά για ένα πρόβλημα όπως τα ποντίκια χρειάζεται και μια πρακτική λύση.
Η σχέση γάτας και ποντικιού ήταν τόσο οικεία στην καθημερινή ζωή, ώστε έγινε φυσικό υλικό για παροιμίες και μεταφορές. Στην ελληνική λαογραφική παράδοση έχουν καταγραφεί, μεταξύ άλλων, από τη Σάμο το «Χορεύουν οι ποντικοί, όταν κοιμάται η γάτα» και από την Ανατολική Θράκη η παραλλαγή «Λείπ’ η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια».

Δεν πρόκειται όμως για μια αποκλειστικά ελληνική παροιμία. Η ίδια εικόνα της γάτας που απουσιάζει και των ποντικιών που εκμεταλλεύονται την ελευθερία τους συναντάται, με μικρές παραλλαγές, σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες και παραδόσεις. Αυτό πιθανότατα δεν είναι τυχαίο. Επί αιώνες, σε πολλές κοινωνίες, η γάτα είχε έναν αναγνωρίσιμο ρόλο ως κυνηγός των τρωκτικών. Έτσι, η πραγματική σχέση των δύο ζώων μετατράπηκε εύκολα σε μια κοινή μεταφορά για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Και η σημασία παραμένει ουσιαστικά η ίδια μέχρι σήμερα. Όταν απουσιάζει εκείνος που επιβλέπει ή επιβάλλει τους κανόνες, οι υπόλοιποι αισθάνονται πιο ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν.
«Η γάτα δε γνωρίζει αφέντη, γνωρίζει σπίτι»
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παλιές φράσεις που έχουν καταγραφεί στον ελληνικό χώρο έρχεται από την Κεφαλονιά. Ο λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος κατέγραψε στα «Κεφαλλονίτικα Γνωμικά» του 1952 την παροιμία «Η γάτα δε γνωρίζ’ αφέντη, γνωρίζει σπίτι».
Δεν πρέπει φυσικά να διαβάσουμε μια λαϊκή παροιμία σαν επιστημονική περιγραφή της συμπεριφοράς της γάτας. Είναι όμως αποκαλυπτική για την εικόνα που είχε δημιουργηθεί γύρω της.
Σε αντίθεση με άλλα οικόσιτα ζώα που στη λαϊκή αντίληψη παρουσιάζονταν περισσότερο δεμένα με έναν άνθρωπο, η γάτα θεωρούνταν ανεξάρτητη και συνδεδεμένη με τον χώρο στον οποίο ζούσε. Μπορούσε να βρίσκεται δίπλα στους ανθρώπους, χωρίς να φαίνεται ότι τους «ανήκει» ολοκληρωτικά.
Ίσως γι’ αυτό η γάτα απέκτησε τόσο συχνά στη γλώσσα μας χαρακτηριστικά όπως η αυτονομία, η εξυπνάδα και η ικανότητα να τα καταφέρνει μόνη της. Ακόμη και σήμερα η λέξη «γάτα» χρησιμοποιείται μεταφορικά για έναν πολύ έξυπνο ή πανούργο άνθρωπο. Το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής καταγράφει αυτή τη σημασία, μαζί με πολλές εκφράσεις που έχουν τη γάτα στο επίκεντρό τους.
Από τη «βρεγμένη γάτα» μέχρι τη γάτα που ξέρει τι κάνει
Λίγα ζώα έχουν αφήσει τόσες εικόνες στην καθημερινή ελληνική γλώσσα.
Λέμε ακόμη κάποιον «βρεγμένη γάτα» όταν εμφανίζεται φοβισμένος, ντροπιασμένος ή καταβεβλημένος. Και δεν πρόκειται μόνο για μια νεότερη έκφραση. Στο Αρχείο Παροιμιών της Ακαδημίας Αθηνών υπάρχουν παλιότερες καταγραφές όπως «Σα βρεμέν’ γάτα» από τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης και «Ήλθε σαν τη βρεμμένη γάτα».
Και εδώ χρειάζεται η ίδια διάκριση. Το γεγονός ότι μια έκφραση έχει καταγραφεί στον ελληνικό χώρο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δημιουργήθηκε εκεί. Παρόμοιες εικόνες με γάτες εμφανίζονται στις παροιμίες και στις εκφράσεις πολλών λαών. Η αξία των ελληνικών καταγραφών βρίσκεται στο ότι μας δείχνουν πως αυτές οι εικόνες είχαν περάσει και στη δική μας προφορική παράδοση και χρησιμοποιούνταν σε συγκεκριμένες περιοχές και εποχές.
Το ίδιο συμβαίνει με την εικόνα της αντιπαλότητας γάτας και σκύλου. Η φράση «σαν τη γάτα με τον σκύλο» χρησιμοποιείται ακόμη για ανθρώπους που βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση, ενώ αντίστοιχη παροιμία έχει καταγραφεί στο ελληνικό λαογραφικό αρχείο ως «Σαν τη γάτα με το σκύλλο τρώγονται».
Άλλες εκφράσεις αποδίδουν στη γάτα εμπειρία και ικανότητα. Χαρακτηριστικό είναι το παλιό «Ξέρει η γάτα πως πιάνει τα γατσούλια της». Εδώ η συμπεριφορά του ζώου γίνεται εικόνα για τις ανθρώπινες υποθέσεις, με την έννοια ότι όποιος γνωρίζει καλά τη δουλειά του δεν χρειάζεται υποδείξεις.
Οι άνθρωποι παρατηρούσαν, λοιπόν, καθημερινές συμπεριφορές της γάτας και τις χρησιμοποιούσαν ως έναν εύκολο τρόπο για να μιλήσουν για ανθρώπους, χαρακτήρες και καταστάσεις.
Εφτά ζωές, όχι εννιά
Μία από τις πιο γνωστές αντιλήψεις γύρω από τη γάτα είναι φυσικά ότι είναι «εφτάψυχη».
Στην ελληνική γλώσσα η γάτα παραδοσιακά έχει επτά ζωές και όχι εννιά, όπως συναντάμε συχνά σε αγγλόφωνες χώρες. Το «είναι εφτάψυχος σαν γάτα» χρησιμοποιείται για κάποιον που έχει μεγάλη αντοχή και καταφέρνει να ξεπερνά δύσκολες καταστάσεις. Το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής καταγράφει τόσο την έκφραση «οι γάτες είναι εφτάψυχες» όσο και τη μεταφορική χρήση της.

Δεν υπάρχει, βέβαια, κάποια πραγματική βιολογική βάση πίσω από την ιδέα των πολλών ζωών. Η εντυπωσιακή ευλυγισία της γάτας, η ικανότητά της να σκαρφαλώνει και να αποφεύγει κινδύνους και το γεγονός ότι μερικές φορές επιβιώνει από καταστάσεις που φαίνονται εξαιρετικά επικίνδυνες πιθανότατα συνέβαλαν στην εικόνα ενός ζώου με ασυνήθιστη ανθεκτικότητα.
Ενδιαφέρον έχει ότι ο αριθμός των ζωών δεν είναι ίδιος παντού. Σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμικές παραδόσεις συναντώνται διαφορετικοί αριθμοί, κάτι που μας θυμίζει ότι έχουμε να κάνουμε με λαϊκό συμβολισμό και όχι με μία κοινή, παγκόσμια δοξασία.
Στην ελληνική περίπτωση, πάντως, η «εφτάψυχη γάτα» ενσωματώθηκε τόσο βαθιά στη γλώσσα, ώστε εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε την έκφραση ακόμη και όταν δεν μιλάμε καθόλου για γάτες.
Και η μαύρη γάτα;
Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα, αλλά χρειάζονται και περισσότερη προσοχή.
Η σύνδεση της μαύρης γάτας με την κακοτυχία δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μία ενιαία, πανάρχαια παράδοση που ήταν ίδια παντού. Οι λαϊκές αντιλήψεις γύρω από τις μαύρες γάτες διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη χώρα, την περιοχή και την εποχή. Σε ορισμένους πολιτισμούς συνδέθηκαν με αρνητικούς συμβολισμούς, ενώ αλλού μπορούσαν ακόμη και να θεωρούνται καλό σημάδι.
Υπάρχουν, ωστόσο, ελληνικές καταγραφές στις οποίες η μαύρη γάτα αποκτά αρνητικό συμβολισμό. Στο Αρχείο Παροιμιών συναντάμε, για παράδειγμα, τη φράση «Μαύρη γάτα πέρασι απ’ ανάμεσά μας». Η εξήγηση που συνοδεύει την καταγραφή αναφέρει ότι η φράση χρησιμοποιούνταν όταν δύο φίλοι μάλωναν και διέκοπταν τις σχέσεις τους. Η μαύρη γάτα λειτουργούσε δηλαδή ως συμβολική εικόνα μιας ξαφνικής ρήξης μεταξύ ανθρώπων.

Ανάλογη παρουσία της μαύρης γάτας συναντάμε και σε τοπικές παροιμιώδεις καταγραφές από άλλα μέρη του ελληνικού χώρου. Στο Αρχείο Παροιμιών υπάρχει, για παράδειγμα, καταγραφή από τη Σκύρο του 1940 στην οποία η μαύρη γάτα εμφανίζεται μέσα σε λαϊκή παροιμιώδη φράση. Η ύπαρξη τέτοιων καταγραφών δεν σημαίνει ότι όλες οι ελληνικές κοινότητες συμμερίζονταν την ίδια δοξασία ούτε ότι η αντίληψη αυτή είχε ελληνική προέλευση. Δείχνει όμως ότι η μαύρη γάτα είχε αποκτήσει συμβολικό βάρος και σε ορισμένες ελληνικές τοπικές παραδόσεις.
Αυτό είναι σημαντικό να το βλέπουμε μέσα στο πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής. Δεν υπάρχει φυσικά κανένας πραγματικός λόγος το χρώμα μιας γάτας να συνδέεται με την τύχη ή την ατυχία. Πρόκειται για συμβολισμούς που δημιούργησαν οι άνθρωποι και οι οποίοι, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατάφεραν να επιβιώσουν πολύ περισσότερο από τις κοινωνίες που τους γέννησαν.
Η γάτα γίνεται πρωταγωνίστρια ιστοριών
Η ελληνική λαϊκή παράδοση δεν περιορίστηκε στις παροιμίες. Οι γάτες εμφανίζονται και σε μικρές αφηγήσεις όπου συμπεριφέρονται σχεδόν σαν άνθρωποι, διαπραγματεύονται, ζηλεύουν, εξαπατούν ή προσπαθούν να αποκτήσουν αυτό που θέλουν.
Σε αφήγηση που καταγράφηκε στην Πάτρα και δημοσιεύθηκε το 1926, μια γάτα έχει, σύμφωνα με την ιστορία, δικό της αμπέλι. Βλέποντας ένα σκυλί να κρατά ένα μεγάλο ψάρι, το επιθυμεί τόσο πολύ ώστε τελικά παραχωρεί το αμπέλι της για να πάρει το ψάρι. Η γάτα εδώ δεν λειτουργεί ως πραγματικό ζώο, αλλά ως λαϊκός χαρακτήρας: η επιθυμία της για το φαγητό χρησιμοποιείται για να μιλήσει έμμεσα για ανθρώπινες αδυναμίες.
Σε άλλη παράδοση από το Άργος, καταγεγραμμένη στις αρχές του 20ού αιώνα, ένας σκύλος και μια γάτα που ζουν στο ίδιο σπίτι κάνουν μεταξύ τους συμφωνία σχετικά με το φαγητό τους. Και πάλι τα ζώα αποκτούν ανθρώπινη φωνή και ανθρώπινες σχέσεις, όπως συμβαίνει στους μύθους και στα παραμύθια πολλών πολιτισμών.
Τέτοιες ιστορίες μάς θυμίζουν κάτι σημαντικό. Η λαογραφία δεν προσπαθεί να περιγράψει αντικειμενικά τα ζώα. Συχνά τα χρησιμοποιεί σαν καθρέφτες των ανθρώπων. Η πονηριά, η λαιμαργία, η εξυπνάδα, η επιμονή, η φιλονικία και η ανεξαρτησία μεταφέρονται στα ζώα, ώστε μια ιστορία να γίνει πιο παραστατική και το μήνυμά της πιο εύκολα αναγνωρίσιμο.
Μια γάτα που άφησε το αποτύπωμά της στη γλώσσα
Ίσως το εντυπωσιακότερο στοιχείο δεν είναι κάποια συγκεκριμένη δοξασία ή παροιμία. Είναι το πόσο συχνά εμφανίζεται η γάτα σε εκφράσεις που χρησιμοποιούμε ακόμη.
«Ούτε γάτα ούτε ζημιά». «Σαν βρεγμένη γάτα». «Το ξέρει κι η γάτα». «Όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια». «Σαν τον σκύλο με τη γάτα». «Εφτάψυχος σαν γάτα».
Πολλές από αυτές τις εκφράσεις χρησιμοποιούνται πλέον σχεδόν αυτόματα, χωρίς να σκεφτόμαστε γιατί πρωταγωνιστεί σε αυτές ακριβώς η γάτα. Το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής καταγράφει έναν μεγάλο αριθμό τέτοιων φράσεων, καθώς και τη μεταφορική χρήση της ίδιας της λέξης «γάτα» για έναν ιδιαίτερα έξυπνο ή πανούργο άνθρωπο.
Η ίδια η λέξη «γάτα» έχει επίσης τη δική της μακρά διαδρομή. Το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής συνδέει τους νεοελληνικούς τύπους «γάτα» και «γάτος» με παλαιότερες μορφές όπως «κάττα» και «κάττος» και, μέσω αυτών, με τα υστερολατινικά catta και cattus. Η σημερινή λέξη δεν είναι λοιπόν η ονομασία που χρησιμοποιούσαν εξαρχής οι αρχαίοι Έλληνες για το ζώο, αλλά αποτέλεσμα μιας πολύ μεταγενέστερης γλωσσικής διαδρομής.
Στα αρχαία ελληνικά συναντάμε διαφορετικές ονομασίες ζώων, όπως τον «αἴλουρο» και τη «γαλῆ», των οποίων όμως η ακριβής αντιστοίχιση με τα είδη που γνωρίζουμε σήμερα χρειάζεται προσοχή. Οι αρχαίες ονομασίες των ζώων δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις σημερινές ζωολογικές κατηγορίες και δεν πρέπει να μεταφράζονται μηχανικά ως «οικόσιτη γάτα».
Η μακρόχρονη συνύπαρξη ανθρώπου και γάτας δεν άφησε λοιπόν ίχνη μόνο στην καθημερινή ζωή. Άφησε ίχνη και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μιλούσαν μεταξύ τους και περιέγραφαν τον κόσμο γύρω τους.
Τι μας λέει τελικά η ελληνική λαογραφία για τη γάτα;
Όχι απαραίτητα την αλήθεια για τη γάτα.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα.
Οι παροιμίες, οι λαϊκές αφηγήσεις και οι δοξασίες δεν είναι εγχειρίδια ζωολογίας. Είναι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι παρατηρούσαν, ερμήνευαν και εξηγούσαν τον κόσμο τους. Έβλεπαν ένα ζώο που ζούσε δίπλα τους, αναγνώριζαν πραγματικές συμπεριφορές του και πάνω σε αυτές έχτιζαν μεταφορές, χαρακτήρες και ιστορίες.
Έτσι η ικανότητα της γάτας να κυνηγά μπορούσε να γίνει σύμβολο ελέγχου. Η ανεξαρτησία της μετατράπηκε σε εξυπνάδα ή πονηριά. Η εντυπωσιακή της ανθεκτικότητα την έκανε «εφτάψυχη». Η σχέση της με τον σκύλο έγινε εικόνα για τις ανθρώπινες συγκρούσεις. Και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και το χρώμα του τριχώματός της φορτώθηκε με συμβολισμούς και προλήψεις που δεν είχαν καμία σχέση με το ίδιο το ζώο.
Σήμερα γνωρίζουμε τη γάτα με διαφορετικό τρόπο. Τη μελετάμε μέσα από τη γενετική, την κτηνιατρική, την ηθολογία και την επιστήμη της συμπεριφοράς. Αυτό όμως δεν κάνει τις παλιές ιστορίες άχρηστες. Αντίθετα, μας επιτρέπουν να δούμε κάτι διαφορετικό, όχι μόνο ποια ήταν η γάτα, αλλά και ποια πίστευαν οι άνθρωποι ότι ήταν.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική αξία της λαογραφίας.
Μέσα σε παλιές φράσεις και αφηγήσεις που καταγράφηκαν στην Κεφαλονιά, στη Σάμο, στη Θράκη, στη Σκύρο και στην Πελοπόννησο μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε τα ίχνη μιας πολύ παλιάς συνύπαρξης. Μιας σχέσης με ένα μικρό αιλουροειδές που βρέθηκε για αιώνες δίπλα στον άνθρωπο και τελικά απέκτησε τη δική του θέση στις ιστορίες, στις παροιμίες, στις δοξασίες και στη γλώσσα του.
Πηγές:
Το άρθρο βασίστηκε κυρίως στο ψηφιακό Αρχείο Παροιμιών και Παραδόσεων του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών και σε επιμέρους λαογραφικές καταγραφές από διαφορετικές περιοχές του ελληνικού χώρου.
Για τις σύγχρονες και ιστορικές χρήσεις της λέξης «γάτα», καθώς και για παγιωμένες εκφράσεις της ελληνικής γλώσσας, χρησιμοποιήθηκαν επίσης το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής και το Λεξικό Κριαρά μέσω της Πύλης για την Ελληνική Γλώσσα.








