Πώς η μαύρη γάτα έγινε η σύντροφος της μάγισσας;

Μαύρη γάτα σε μαγικό φθινοπωρινό τοπίο με ατμόσφαιρα Halloween και αναφορές στις μάγισσες.

Από τη θεά Φρέγια και τις γάτες της μέχρι τον Μεσαίωνα, τις δίκες μαγισσών και το Halloween.

Κάθε χρόνο, μόλις πλησιάσει το Halloween, επιστρέφει η ίδια εικόνα. Μια μάγισσα με μυτερό καπέλο, μια σκούπα και δίπλα της σχεδόν πάντα μια μαύρη γάτα. Τη συναντάμε σε ταινίες, σε παραμύθια και σε ευχετήριες κάρτες. Είναι μια εικόνα τόσο γνώριμη, που σπάνια αναρωτιόμαστε πώς δημιουργήθηκε.

Γιατί όμως γάτα, και μάλιστα μαύρη, έγινε η σύντροφος της μάγισσας; Πότε άρχισαν οι άνθρωποι να τη συνδέουν με σκοτεινές δυνάμεις; Και πώς ένα ζώο που σε παλιότερες παραδόσεις συνόδευε ακόμη και θεότητες κατέληξε, αιώνες αργότερα, στο επίκεντρο τόσων φόβων και προκαταλήψεων;

Η ιστορία μάς ταξιδεύει πολλούς αιώνες πίσω, στη μακρινή Σκανδιναβία, περνά από τον εκχριστιανισμό της Ευρώπης και τις δίκες μαγισσών και φτάνει μέχρι το Halloween όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Στη διαδρομή θα συναντήσουμε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, παλιούς θρύλους και θεωρίες που εξακολουθούν να προκαλούν συζητήσεις.

Η θεά Φρέγια και το άρμα με τις δύο γάτες

Πολύ πριν η μαύρη γάτα γίνει σύμβολο του Halloween, οι γάτες είχαν ήδη μια ιδιαίτερη θέση στη σκανδιναβική μυθολογία.

Η Φρέγια (Freyja) ήταν μία από τις σημαντικότερες θεότητες των αρχαίων Σκανδιναβών. Συνδεόταν με τον έρωτα, την ομορφιά και τη γονιμότητα, αλλά και με τον πόλεμο, τον θάνατο και τη μαγεία. Δεν ήταν μια απλή, καλοσυνάτη προστάτιδα των ερωτευμένων. Όπως συμβαίνει συχνά με τις θεότητες των παλιών θρησκειών, είχε πολλά πρόσωπα.

Η γνωστότερη αναφορά στις γάτες βρίσκεται στην «Πεζή Έντα» (Snorra Edda), που έγραψε τον 13ο αιώνα ο Ισλανδός Σνόρρι Στούρλουσον (Snorri Sturluson). Στην ενότητα που ονομάζεται «Η εξαπάτηση του Γκύλφι» (Gylfaginning), διαβάζουμε ότι όταν η Φρέγια ταξίδευε, καθόταν σε ένα άρμα που το έσερναν δύο γάτες.

Η θεά Φρέγια της σκανδιναβικής μυθολογίας ταξιδεύει με ξύλινο άρμα που σέρνουν δύο γάτες, μέσα σε, σε φθινοπωρινό τοπίο, μέσα σε δάσος με σημύδες και μακρινά βουνά.

Η αναφορά στις γάτες είναι σύντομη, αλλά αρκετή για να δημιουργήσει μια εικόνα που έμεινε ζωντανή μέχρι τις μέρες μας. Σε σύγχρονες εικονογραφήσεις βλέπουμε συχνά τη Φρέγια πάνω σε ένα εντυπωσιακό άρμα που το τραβούν δύο μεγάλες μαύρες γάτες. Το ενδιαφέρον είναι ότι το αρχικό κείμενο δεν αναφέρει το χρώμα τους. Η σύνδεση της θεάς με τις γάτες είναι πραγματική. Οι λεπτομέρειες που προστέθηκαν αργότερα δεν ανήκουν απαραίτητα στον αρχικό μύθο.

Υπάρχει όμως και μια άλλη λεπτομέρεια που θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία μας. Η Φρέγια συνδεόταν με μια μορφή μαγείας που ονομαζόταν σέιδρ (seiðr). Επρόκειτο για πρακτικές που σχετίζονταν, μεταξύ άλλων, με τη μαντεία και την προσπάθεια επηρεασμού των γεγονότων μέσω υπερφυσικών δυνάμεων. Στη «Σάγκα των Ίνγκλινγκ» (Ynglinga saga), μια παλιά σκανδιναβική αφήγηση για τη μυθική προέλευση μιας βασιλικής δυναστείας, αναφέρεται ότι η ίδια η Φρέγια δίδαξε αυτή την τέχνη στους Άσιρ (Æsir), μία από τις σημαντικότερες ομάδες θεών της σκανδιναβικής μυθολογίας.

Η σχέση της θεάς με τη μαγεία, επομένως, υπήρχε ήδη στην παλιά σκανδιναβική παράδοση. Αυτό που θα άλλαζε αργότερα ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν αυτές τις πρακτικές και τις θεότητες που συνδέονταν μαζί τους.

Όταν οι παλιοί θεοί συνάντησαν τον Χριστιανισμό

Από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα περίπου, η Σκανδιναβία γνώρισε μια βαθιά θρησκευτική μεταμόρφωση. Ο Χριστιανισμός εξαπλωνόταν σταδιακά σε περιοχές όπου οι παραδοσιακές λατρείες αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας, της κοινωνικής οργάνωσης και της πολιτισμικής ταυτότητας των ανθρώπων. Η αλλαγή δεν έγινε παντού με τον ίδιο τρόπο. Σε ορισμένες περιοχές προχώρησε μέσα από τη δράση ιεραποστόλων, τις εμπορικές επαφές και την πολιτική επιρροή. Σε άλλες συνδέθηκε με συγκρούσεις και την επιβολή της νέας θρησκείας από βασιλιάδες που είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό.

Η Ισλανδία υιοθέτησε επίσημα τον Χριστιανισμό γύρω στο έτος 1000, και οι Ισλανδοί θυμούνταν ως τον άνθρωπο που έφερε τον Χριστιανισμό στη χώρα τους τον Νορβηγό βασιλιά Όλαφ Τρύγκβασον (Óláfr Tryggvason).

Οι παλιοί θεοί, πάντως, δεν εξαφανίστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Οι άνθρωποι συνέχισαν να διηγούνται τις ιστορίες τους, ακόμη κι όταν οι ίδιοι είχαν πλέον διαφορετική πίστη. Αυτό σημαίνει ότι οι αρχαίες παραδόσεις διατηρήθηκαν, αλλά δεν έφτασαν απαραίτητα σε εμάς ακριβώς όπως τις αντιλαμβάνονταν εκείνοι που κάποτε λάτρευαν τους συγκεκριμένους θεούς. Ορισμένες μορφές διατήρησαν τον παλιό τους χαρακτήρα. Άλλες άρχισαν να παρουσιάζονται διαφορετικά, ιδιαίτερα όταν οι ιστορίες τους συνδέονταν με πρακτικές που η νέα θρησκεία αντιμετώπιζε αρνητικά.

Από θεά της μαγείας σε επικίνδυνη μορφή

Σε μια ισλανδική αφήγηση που ονομάζεται «Η ιστορία του Σόρλι» (Sörla þáttr) και διασώθηκε σε χειρόγραφο του τέλους του 14ου αιώνα, η Φρέγια παρουσιάζεται αρκετά διαφορετική από τη θεά που γνωρίζουμε μέσα από άλλες μυθολογικές ιστορίες. Σύμφωνα με τον θρύλο, η Φρέγια προσπαθεί να πάρει πίσω ένα πολύτιμο περιδέραιο που έχει καταλήξει στα χέρια του Όντιν (Óðinn), ενός από τους σημαντικότερους θεούς της σκανδιναβικής μυθολογίας. Για να το καταφέρει, πρέπει να προκαλέσει μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πολεμιστές, τον Χέντιν (Heðinn) και τον Χέγκνι (Högni), που τους ένωνε στενή φιλία και ένας όρκος αδελφικής πίστης. Η θεά δίνει στον Χέντιν ένα μαγικό ποτό που τον κάνει να ξεχάσει τη σχέση του με τον φίλο του. Τα γεγονότα που ακολουθούν οδηγούν τους δύο άνδρες σε μια τρομερή σύγκρουση, η οποία, σύμφωνα με την αφήγηση, συνεχίζεται για 143 ολόκληρα χρόνια. Η μάχη τελειώνει μόνο όταν επεμβαίνει ένας ακόλουθος του χριστιανού βασιλιά Όλαφ Τρύγκβασον (Óláfr Tryggvason) και καταφέρνει να λύσει τη μαγική κατάρα.

Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική. Η μαγεία των παλιών θεών φέρνει την καταστροφή και ένας χριστιανός ήρωας αποκαθιστά την τάξη. Η ερευνήτρια Αν Σέφιλντ (Ann Sheffield), σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2021 στο επιστημονικό περιοδικό Scandinavian-Canadian Studies, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι γυναίκες και οι θεότητες της παλιάς σκανδιναβικής θρησκείας στα μεσαιωνικά κείμενα. Η ιστορία της Φρέγιας αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η παλιά μαγεία μπορούσε πλέον να αποκτήσει αρνητική σημασία. Όσο πιο κοντά στη χριστιανική εποχή τοποθετείται μια αφήγηση, τόσο πιο αρνητικά παρουσιάζονται οι γυναίκες που κρατούν την παλιά γνώση.

Το χειρόγραφο γράφτηκε σχεδόν τέσσερις αιώνες μετά τον εκχριστιανισμό της Ισλανδίας, οπότε δεν μας λέει τι έλεγαν οι πρώτοι ιεραπόστολοι στους Σκανδιναβούς. Μας δείχνει όμως πώς μπορούσε να αλλάξει η εικόνα μιας παλιάς θεότητας μέσα σε μια κοινωνία που είχε πλέον ασπαστεί τον Χριστιανισμό.

Από εδώ προκύπτει και μια θεωρία που συναντάμε συχνά. Μήπως η αρνητική παρουσίαση της Φρέγιας επηρέασε και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τα ζώα που τη συνόδευαν; Η σκέψη αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε πόσο στενά συνδέονταν οι θεότητες με τα σύμβολά τους στις αρχαίες θρησκείες. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι χριστιανοί ιεραπόστολοι δαιμονοποίησαν σκόπιμα τις γάτες εξαιτίας της σχέσης τους με τη Φρέγια. Ούτε γνωρίζουμε αν αυτή η σύνδεση επηρέασε άμεσα τη μεταγενέστερη εικόνα της μάγισσας με τη μαύρη γάτα. Η θεωρία παραμένει ενδιαφέρουσα, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Η μαύρη γάτα και το Vox in Rama του 1233

Ας γυρίσουμε για λίγο πίσω, στο 1233. Εκείνη τη χρονιά συναντάμε ένα πραγματικό ιστορικό έγγραφο που συνδέει τη μαύρη γάτα με τον Διάβολο. Ο Πάπας Γρηγόριος Θ΄ εξέδωσε στις 13 Ιουνίου ένα παπικό έγγραφο γνωστό με τον λατινικό τίτλο «Φωνή στη Ραμά» (Vox in Rama). Το έγγραφο αφορούσε καταγγελίες για υποτιθέμενες αιρετικές τελετουργίες στη Γερμανία. Οι περιγραφές του ήταν ιδιαίτερα σκοτεινές. Γινόταν λόγος για παράξενες μορφές, τελετές και πράξεις λατρείας του Διαβόλου. Ανάμεσα σε αυτές τις εικόνες εμφανιζόταν και μια μαύρη γάτα, την οποία οι συμμετέχοντες υποτίθεται ότι τιμούσαν ως μέρος της τελετουργίας.

Το κείμενο συνδεόταν με καταγγελίες που είχε συγκεντρώσει ο ιεροεξεταστής Κόνραντ του Μάρμπουργκ (Konrad von Marburg), γνωστός για τις ιδιαίτερα σκληρές μεθόδους που χρησιμοποιούσε στην αντιμετώπιση όσων θεωρούνταν αιρετικοί.

Οι περιγραφές αυτές δεν αποδεικνύουν ότι οι τελετουργίες πραγματοποιούνταν πραγματικά. Μας δείχνουν, όμως, ότι η εικόνα της μαύρης γάτας μπορούσε ήδη να χρησιμοποιηθεί σε θρησκευτικές αφηγήσεις που σχετίζονταν με τη λατρεία του Διαβόλου.

Γύρω από το συγκεκριμένο έγγραφο δημιουργήθηκε αργότερα ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους για την ιστορία των γατών. Σύμφωνα με αυτόν, ο Πάπας Γρηγόριος Θ΄ διέταξε τη μαζική εξόντωσή τους, θεωρώντας τες όργανα του Διαβόλου. Το ίδιο το έγγραφο, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει καμία τέτοια εντολή. Ούτε υπάρχουν επαρκείς ιστορικές αποδείξεις για μια οργανωμένη, γενικευμένη εκστρατεία εξόντωσης γατών που να ξεκίνησε εξαιτίας του.

Μαύρη γάτα με κεχριμπαρένια μάτια στέκεται σε μεσαιωνικό πλακόστρωτο σοκάκι, ενώ ένας μοναχός κρατά χειρόγραφο κάτω από πέτρινη αψίδα.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι μια τόσο έντονη θρησκευτική εικόνα δεν μπορούσε να επηρεάσει τους ανθρώπους.

Εκείνη την εποχή, τα λόγια του Πάπα και της Εκκλησίας είχαν τεράστια βαρύτητα για τους πιστούς. Αν ένας άνθρωπος άκουγε ότι η μαύρη γάτα συνδεόταν με τον Διάβολο, θα μπορούσε να αρχίσει να τη φοβάται ή να τη θεωρεί επικίνδυνη. Δεν χρειαζόταν απαραίτητα να του πει κάποιος να της κάνει κακό. Ο φόβος, σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι έπρεπε να καταπολεμήσει το κακό, μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά του και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει ακόμη και στη βία.

Δεν γνωρίζουμε πόσο διαδόθηκαν όσα περιέγραφε το συγκεκριμένο παπικό έγγραφο ούτε αν προκάλεσαν πράγματι περιστατικά βίας απέναντι στις γάτες. Είναι όμως εύκολο να καταλάβουμε πώς μια τέτοια περιγραφή, όταν προερχόταν από τον ίδιο τον Πάπα, θα μπορούσε να ενισχύσει τον φόβο και τις προκαταλήψεις ορισμένων ανθρώπων. Άλλωστε, δεν χρειάζεται πάντα μια επίσημη εντολή για να αρχίσουν οι άνθρωποι να φοβούνται κάτι.

Οι μαύρες γάτες δεν είχαν, φυσικά, τίποτα το διαφορετικό. Εκείνο που μπορούσε να αλλάξει ήταν ο τρόπος που τις έβλεπαν και τις αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι.

Οι μάγισσες και τα ζώα που θεωρούνταν βοηθοί τους

Η εικόνα της γάτας ως συντρόφου της μάγισσας έγινε ακόμη πιο έντονη τους επόμενους αιώνες, ιδιαίτερα κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, όταν οι διώξεις για μαγεία εξαπλώθηκαν σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Εκείνη την εποχή, οι κατηγορίες για μαγεία περιλάμβαναν συχνά ιστορίες για συμφωνίες με τον Διάβολο και για πνεύματα που υποτίθεται ότι βοηθούσαν τους ανθρώπους να πραγματοποιούν υπερφυσικές πράξεις.

Στην Αγγλία τα πνεύματα αυτά έγιναν γνωστά ως «βοηθητικά πνεύματα» (familiars). Σύμφωνα με τις δοξασίες της εποχής, μπορούσαν να πάρουν τη μορφή ζώων και να εκτελούν τις επιθυμίες των ανθρώπων με τους οποίους συνδέονταν. Οι γάτες εμφανίζονται σε αρκετές τέτοιες ιστορίες, αλλά δεν ήταν οι μόνες. Στις καταθέσεις και στις αφηγήσεις της εποχής συναντάμε επίσης σκύλους, ποντίκια, φρύνους και διάφορα άλλα ζώα, ακόμη και για φανταστικά πλάσματα.

Ένα από τα γνωστότερα περιστατικά είναι η δίκη της Άγκνες Γουότερχαουζ (Agnes Waterhouse) και δύο ακόμη γυναικών στο Τσέλμσφορντ (Chelmsford) του Έσσεξ, το 1566. Στις καταθέσεις εμφανίζεται ένας γάτος που τον αποκαλούσαν Σατανά (Sathan, όπως γράφεται στο πρωτότυπο κείμενο του 1566), στον οποίο αποδίδονταν υπερφυσικές δυνάμεις. Η Ελίζαμπεθ Φράνσις (Elizabeth Francis), μία από τις κατηγορούμενες, ισχυρίστηκε ότι τον είχε πάρει από τη γιαγιά της και αργότερα τον είχε δώσει στην Άγκνες. Και εδώ υπάρχει μια λεπτομέρεια που συχνά παραλείπεται. Ο συγκεκριμένος γάτος δεν ήταν μαύρος. Οι περιγραφές της εποχής τον περιγράφουν ως λευκό με κηλίδες.

Η Άγκνες καταδικάστηκε και απαγχονίστηκε. Η Ελίζαμπεθ Φράνσις φυλακίστηκε για έναν χρόνο, ενώ η Τζόαν, κόρη της Άγκνες, αθωώθηκε.

Οι καταθέσεις διασώθηκαν σε φυλλάδιο που τυπώθηκε την ίδια χρονιά. Φυσικά, δεν αποδεικνύουν ότι ο γάτος είχε υπερφυσικές δυνάμεις Μας δείχνει τι μπορούσαν να πιστεύουν, να καταγγέλλουν ή να ομολογούν οι άνθρωποι μέσα στο κλίμα φόβου των δικών μαγείας.

Η ιστορικός Έλεν Πάρις (Helen Parish), σε μελέτη του 2019 στο επιστημονικό περιοδικό Religions, εξηγεί ότι η πίστη στα βοηθητικά πνεύματα των μαγισσών διαμορφώθηκε μέσα από διαφορετικές παραδόσεις. Λαϊκές ιστορίες για πνεύματα και παράξενα πλάσματα συνδυάστηκαν με θρησκευτικές αντιλήψεις για τους δαίμονες και με τους φόβους γύρω από τη μαγεία. Μάλιστα, στις αφηγήσεις της εποχής ορισμένα από αυτά τα ζώα είχαν ονόματα, ζούσαν μέσα στα σπίτια και τρέφονταν με συνηθισμένες τροφές, όπως ψωμί και γάλα. Σε κάποιες περιπτώσεις, η σχέση που περιγραφόταν ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και το υποτιθέμενο βοηθητικό του πνεύμα έμοιαζε πολύ με τη σχέση που θα μπορούσε να έχει κάποιος με ένα κατοικίδιο. Ένα ζώο που ζούσε κοντά σε έναν άνθρωπο μπορούσε, μέσα από τον φόβο και τις δοξασίες της εποχής, να αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική ταυτότητα.

Τι απέγιναν οι γάτες των γυναικών που κατηγορούνταν για μαγεία;

Αυτό είναι ίσως το πιο σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας.

Ξέρουμε ότι χιλιάδες άνθρωποι,στην πλειονότητά τους γυναίκες, διώχθηκαν και εκτελέστηκαν στην Ευρώπη την περίοδο των μεγάλων κυνηγιών μαγισσών. Οι κατηγορίες μπορούσαν να στηρίζονται σε φόβους, προσωπικές διαφορές, φήμες και ομολογίες που είχαν αποσπαστεί με πίεση και βασανιστήρια. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, ακόμη και η παρουσία μιας γάτας μπορούσε να αποκτήσει διαφορετική σημασία, ιδιαίτερα όταν το ζώο συνδεόταν με μια γυναίκα που οι γύρω της θεωρούσαν ύποπτη.

Υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες για κακομεταχείριση και θανάτωση γατών σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, και αφηγήσεις που συνδέουν γάτες με γυναίκες που θεωρούνταν μάγισσες. Δεν έχουμε, ωστόσο, στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι γάτες θανατώνονταν συστηματικά μαζί με κάθε γυναίκα που καταδικαζόταν. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που επαναλαμβάνεται συχνά, χωρίς να τεκμηριώνεται ως γενικευμένη πρακτική.

Κι όμως, η σκέψη παραμένει ανατριχιαστική. Σε μια εποχή που κάποιος μπορούσε να καταδικαστεί επειδή τον θεωρούσαν συνεργάτη του Διαβόλου, πόσο εύκολα θα κοιτούσαν με καχυποψία και το ζώο που καθόταν συνέχεια δίπλα του; Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε μαζικούς διωγμούς γατών για να καταλάβουμε πόσο επικίνδυνη γίνεται μια προκατάληψη όταν συναντά τον φόβο και την εξουσία.

Δεν φοβούνταν όλοι τις γάτες

Μέχρι εδώ έχουμε μιλήσει για θρησκευτικές συγκρούσεις, δεισιδαιμονίες, κατηγορίες και διώξεις. Θα ήταν όμως λάθος να πιστέψουμε ότι όλοι οι άνθρωποι του Μεσαίωνα φοβούνταν ή μισούσαν τις γάτες. Στην πραγματικότητα, πολλές γάτες ζούσαν κοντά στους ανθρώπους, μέσα σε σπίτια, αποθήκες και μοναστήρια. Ήταν χρήσιμες επειδή κυνηγούσαν τρωκτικά, αλλά υπάρχουν και μαρτυρίες που δείχνουν ότι αποτελούσαν αγαπημένους συντρόφους.

Γυναίκα κάθεται μαζί με τη μαύρη γάτα της δίπλα σε παράθυρο παλιού ευρωπαϊκού σπιτιού του 16ου αιώνα, με φθινοπωρινό τοπίο και χωριό στο βάθος.

Ένα από τα ωραιότερα παραδείγματα είναι το παλιό ιρλανδικό ποίημα Πάνγκουρ Μπαν (Pangur Bán), που σώζεται σε χειρόγραφο του 9ου αιώνα. Ο ανώνυμος δημιουργός του, πιθανότατα ένας Ιρλανδός μοναχός που ζούσε στην ηπειρωτική Ευρώπη, περιγράφει τη ζωή δίπλα σε μια λευκή γάτα, τον Πάνγκουρ Μπαν, δηλαδή «τον λευκό Πάνγκουρ». Ο συγγραφέας περιγράφει την καθημερινότητά τους με έναν απλό και τρυφερό τρόπο. Εκείνος περνά τις ώρες του μελετώντας τα βιβλία του, ενώ η γάτα του ασχολείται με το κυνήγι των ποντικών. Καθένας έχει τη δική του δουλειά και οι δυο τους ζουν αρμονικά στον ίδιο χώρο. Είναι μια εικόνα που θα μπορούσαμε σχεδόν να συναντήσουμε και σήμερα. Ένας άνθρωπος απορροφημένος στη δουλειά του και μια γάτα που απολαμβάνει τη δική της καθημερινότητα.

Η ιστορία του Πάνγκουρ Μπαν μάς θυμίζει ότι ο Μεσαίωνας δεν ήταν μια εποχή όπου όλοι αντιμετώπιζαν τις γάτες με τον ίδιο τρόπο. Δίπλα στους φόβους και τις δεισιδαιμονίες υπήρχαν και άνθρωποι που τις φρόντιζαν, τις παρατηρούσαν και τις αγαπούσαν. Η ιστορία των γατών δεν ήταν μια ευθεία γραμμή από τη λατρεία στον διωγμό. Είχε αντιφάσεις, διαφορετικές αντιλήψεις και καθημερινές σχέσεις που μοιάζουν συχνά με τις δικές μας περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε.

Από τους παλιούς θρύλους στο Halloween

Πώς φτάσαμε, λοιπόν, από όλες αυτές τις ιστορίες στη μαύρη γάτα που βλέπουμε σήμερα δίπλα στη μάγισσα;

Το Halloween, όπως το γνωρίζουμε, προέκυψε από τη συνάντηση πολλών παραδόσεων. Στις ρίζες του βρίσκουμε εποχικά έθιμα των Βρετανικών Νήσων, όπως τη γιορτή Σάουιν (Samhain) των αρχαίων Κελτών, που συνδεόταν με το τέλος της περιόδου της συγκομιδής και την αρχή του χειμώνα. Η γιορτή αυτή είχε επίσης συνδεθεί με την αντίληψη ότι, σε ορισμένες στιγμές του χρόνου, τα όρια ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και τον κόσμο των πνευμάτων γίνονταν πιο αδύναμα. Στη διαμόρφωση του Halloween συνέβαλε και η χριστιανική παραμονή των Αγίων Πάντων, γνωστή στα αγγλικά ως All Hallows’ Eve, από την οποία προέρχεται και η σημερινή ονομασία.

Η ακριβής σχέση ανάμεσα στις παλιές κελτικές γιορτές και στο σύγχρονο Halloween εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Στη διαδρομή, οι ιστορίες για πνεύματα, μάγισσες και υπερφυσικά πλάσματα έγιναν κομμάτι μιας γιορτής που άλλαζε διαρκώς χαρακτήρα. Έφτασε στη Βόρεια Αμερική με Ιρλανδούς και Σκωτσέζους μετανάστες και στις αρχές του 20ού αιώνα είχε γίνει μια μεγάλη εμπορική γιορτή, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μαύρη γάτα περπατά σε φθινοπωρινό δρόμο παλιάς πόλης, μπροστά από φωτισμένο κατάστημα με vintage διακοσμήσεις Halloween, κολοκύθες και φαναράκια.

Κατά τον 19ο και ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα, οι ευχετήριες κάρτες, οι εικονογραφήσεις και αργότερα ο κινηματογράφος βοήθησαν στη διάδοση των συμβόλων του Halloween. Οι μάγισσες, οι σκούπες, οι κολοκύθες, τα φαντάσματα και οι μαύρες γάτες άρχισαν να εμφανίζονται ξανά και ξανά στις ίδιες εικόνες.

Στις συλλογές του αμερικανικού ιστορικού οργανισμού Historic New England υπάρχουν καρτ ποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα με τέτοιες εικόνες. Σε μία, γύρω στο 1912, ένα φοβισμένο παιδί διαβάζει ιστορίες με φαντάσματα στο φως ενός κεριού, και έξω από το παράθυρο φαίνονται μια μαύρη γάτα και ένα μισοφέγγαρο. Σε μια άλλη, της δεκαετίας του 1920, μια νεαρή μάγισσα κάθεται δίπλα σε μια σκούπα με τρεις μαύρες γάτες.

Η ατμόσφαιρα είναι πλέον διαφορετική. Οι εικόνες δεν προσπαθούν τόσο να τρομάξουν όσο να διασκεδάσουν, χρησιμοποιώντας σύμβολα που οι άνθρωποι γνώριζαν ήδη από παλιότερες ιστορίες.

Έτσι, η μαύρη γάτα έγινε σιγά σιγά ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα του Halloween. Η μαύρη γάτα πήρε μόνιμη θέση δίπλα στη μάγισσα, όχι επειδή υπήρξε μία συγκεκριμένη στιγμή που τις ένωσε, αλλά επειδή διαφορετικές παραδόσεις, θρησκευτικές αντιλήψεις και καλλιτεχνικές απεικονίσεις έχτισαν σιγά σιγά αυτή τη σχέση.

Μια γάτα που κουβαλά ιστορίες αιώνων

Σήμερα, για πολλούς ανθρώπους η μαύρη γάτα του Halloween είναι απλώς μια χαριτωμένη εικόνα. Ένα ζωάκι με φωτεινά μάτια πάνω σε μια κολοκύθα ή μπροστά σε ένα μεγάλο φεγγάρι. Για άλλους, όμως, οι παλιές προκαταλήψεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Σε κάποιες χώρες και παραδόσεις η μαύρη γάτα εξακολουθεί να θεωρείται σύμβολο κακοτυχίας, ενώ σε άλλες συμβολίζει καλή τύχη και ευημερία. Το ίδιο ακριβώς ζώο μπορεί να προκαλεί φόβο σε έναν άνθρωπο και χαρά σε κάποιον άλλον. Όχι επειδή διαφέρει σε κάτι, αλλά επειδή οι άνθρωποι του έχουν αποδώσει διαφορετικές σημασίες.

Η ίδια η γάτα πάντως δεν ξέρει τίποτα από όλα αυτά. Δεν ξέρει για θρησκευτικές συγκρούσεις, για δίκες μαγισσών ή για τις προκαταλήψεις μας. Δεν ξέρει ποιος τη λέει γούρι και ποιος τη φοβάται. Συνεχίζει να ζει όπως κάθε γάτα, ψάχνοντας τροφή, ασφάλεια, ξεκούραση και τη συντροφιά των ανθρώπων που εμπιστεύεται. Όλες αυτές τις ιστορίες τις δημιουργήσαμε εμείς.

Και αν επιστρέψουμε στην αρχή, στη μακρινή Σκανδιναβία, εκεί όπου δύο γάτες έσερναν το άρμα της Φρέγιας, ένα ερώτημα παραμένει. Μήπως η αρνητική παρουσίαση των παλιών θεοτήτων συνέβαλε πράγματι στη δημιουργία των προκαταλήψεων εναντίον των γατών; Ή μήπως η σχέση της μαύρης γάτας με τις μάγισσες δημιουργήθηκε μέσα από διαφορετικές παραδόσεις, που με το πέρασμα των αιώνων ενώθηκαν στη λαϊκή φαντασία; Οι ιστορικές πηγές μάς δίνουν αρκετές απαντήσεις, αλλά όχι όλες.

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι οι άνθρωποι κατάφεραν να μετατρέψουν ένα συνηθισμένο ζώο σε σύμβολο του υπερφυσικού και ότι ο φόβος, όταν συνδυάζεται με την προκατάληψη, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε ακόμη και τα πιο αθώα πλάσματα.

Αν υπάρχει, λοιπόν, ένα πραγματικό μυστήριο γύρω από τη μαύρη γάτα, ίσως να μην είναι η σχέση της με τις μάγισσες, αλλά το πώς ένα τόσο αθώο ζώο κατάφερε να γίνει σύμβολο του φόβου και της κακοτυχίας, εξαιτίας των προκαταλήψεων των ανθρώπων.


Πηγές και Ιστορική Τεκμηρίωση:

  • Σνόρρι Στούρλουσον (Snorri Sturluson), Πεζή Έντα (Snorra Edda), «Η εξαπάτηση του Γκύλφι» (Gylfaginning), κεφάλαιο 24.
  • Σνόρρι Στούρλουσον, «Σάγκα των Ίνγκλινγκ» (Ynglinga saga).
  • Αν Σέφιλντ (Ann Sheffield), «Η μνήμη των γυναικών της προχριστιανικής εποχής στη μεσαιωνική ισλανδική λογοτεχνία» (Remembering Heathen Women in Medieval Icelandic Literature), 2021.
  • Πάπας Γρηγόριος Θ΄, «Φωνή στη Ραμά» (Vox in Rama), 13 Ιουνίου 1233.
  • «Η εξέταση και οι ομολογίες ορισμένων γυναικών που κατηγορήθηκαν για μαγεία στο Τσέλμσφορντ» (The Examination and Confession of Certain Witches at Chelmsford), 1566.
  • Έλεν Πάρις (Helen Parish), «Μάγισσες, βοηθητικά πνεύματα και σχέσεις ανθρώπων και ζώων στις αγγλικές δίκες μαγείας» (Paltrie Vermin, Cats, Mise, Toads, and Weasils: Witches, Familiars, and Human-Animal Interactions in the English Witch Trials), 2019.
  • «Ο Πάνγκουρ Μπαν» (Pangur Bán), 9ος αιώνας.
  • Τρίσια Πέονε (Tricia Peone), «Ευχές για το Halloween» (Halloween Greetings), Historic New England, 2022.
  • Σμιθσόνιαν (Smithsonian Magazine), «Οι κελτικές ρίζες του εθίμου Trick-or-Treating» (The Celtic Origins of Trick-or-Treating), 2024.
Facebook
Twitter
LinkedIn
Pinterest
Translate »